5a9c29e7 8b96 4695 9de7 87c2c2806be7

Φθινόπωρο, καιρός για αλλαγές

«Κι εσύ τι κάθεσαι;/Καιρός να μπεις κι εσύ στα αλλαγμένα./Να γίνεις ό,τι αναρωτιόμουν πέρσι:/ «ποιος ξέρει τ’ άλλο μου φθινόπωρο;»/Καιρός να γίνεις «τ’ άλλο μου φθινόπωρο.»*

Διάβασε το τελευταίο ποίημα και δε μπόρεσε να μη χαμογελάσει. Καιρό είχε να πιάσει το βιβλίο με τα ποιήματα της Δημουλά στα χέρια της. Ήταν δώρο των συμμαθητών και της φιλολόγου της, λίγο πριν φύγει για να παρακολουθήσει την τελευταία χρονιά του λυκείου σε άλλη πόλη. Και τότε σε αυτό το ποίημα είχε σταματήσει. Λες και αυτοί οι στίχοι ήθελαν να παίξουν μαζί της. «Ποιος ξέρει τ’ άλλο μου φθινόπωρο;» Ποιος ήξερε αλήθεια; Και τότε μια αλλαγή ερχόταν. Ευτυχώς που η νιότη της τότε αρνήθηκε πεισματικά να δει την αρνητική πλευρά της μετακόμισης. Ευτυχώς που και οι γονείς της σκέφτηκαν να περάσουν μεγάλο μέρος των διακοπών τους τότε στις γύρω περιοχές της πόλης μετεγκατάστασης της οικογένειας και η Φιλιώ με τον εξωστρεφή χαρακτήρα της γρήγορα γνώρισε παιδιά της ηλικίας της και μπόρεσε να εγκλιματιστεί πολύ πριν την έναρξη της τελευταίας της χρονιάς ως μαθήτρια.

Την ημέρα που ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα των πανελληνίων πάλι οι στίχοι από αυτό το ποίημα ήρθαν στο μυαλό της. «Ποιος ξέρει τ’ άλλο μου φθινόπωρο;» Αυτή τη φορά με λίγο άγχος μιας και θα ήταν η πρώτη φορά που θα ζούσε εντελώς μόνη. Και τότε είχε χαμογελάσει, αφού και πάλι αλλαγές έρχονταν.  Μόνη, σε άλλη πόλη, ήταν ταυτόχρονα αγχωμένη και ενθουσιασμένη. Ωραία φοιτητικά χρόνια πέρασε. Και η αλλαγή που υποσχόταν το ποίημα τελικά πάλι θετική κατέληξε να είναι. Όσα χρόνια σπούδαζε, παράλληλα δούλευε, όχι πως υπήρχε οικονομική ανάγκη, αλλά για να μπορεί να αισθάνεται όσο το δυνατόν πιο αυτάρκης. Η απόφασή της να δουλέψει, αρχικά ξένισε τους γονείς της, στο τέλος όμως δε μπόρεσαν να μην αναγνωρίσουν πως το κοριτσάκι τους, είχε πια μεγαλώσει και σιγά-σιγά άνοιγε τα φτερά του σίγουρο για τον εαυτό του.

Την προτελευταία φορά που έπιασε το βιβλίο με τα ποιήματά της Δημουλά, τη θυμόταν καλά. Πάλι αλλαγές είχαν έρθει στη ζωή της, αυτή τη φορά όμως όχι και τόσο θετικές. Για την ακρίβεια εκείνες οι αλλαγές ήταν εξαιρετικά δυσάρεστες. Το καλοκαίρι που τελείωνε, είχε πάρει μαζί του και τους γονείς της. Και παρόλο που για τη μητέρα της το περίμεναν, η απώλειά της δεν πόνεσε λιγότερο. Η απώλεια του πατέρα της σχεδόν δύο μήνες μετά, την πόνεσε και ταυτόχρονα τη γονάτισε. Μοναχοπαίδι καθώς ήταν  δεν είχε κανέναν να μοιραστεί ούτε τον πόνο, ούτε τις ευθύνες. Ήταν από χρόνια αυτεξούσια και αυτάρκης κι όμως της πήρε πολύ χρόνο να μπορέσει να τα βάλει όλα σε μια σειρά, καθώς το συναίσθημα της λύπης την κατέκλυσε για αρκετό καιρό. Για την ακρίβεια για περίπου δύο χρόνια.

Σήμερα, δύο χρόνια μετά και ξανά πιάνοντας το βιβλίο αυτό, χαμογέλασε. «Ποιος ξέρει τ΄ άλλο μου φθινόπωρο;».  Και αλήθεια δεν ξέρει για το άλλο της φθινόπωρο. Γνωρίζει για αυτό που έρχεται, πως μετά από δύο χρόνια θλίψης, μπορεί να είναι ικανοποιημένη με όσα κατάφερε. Ναι μετά από δύο χρόνια που πάλεψε να σταθεί στα πόδια της, είναι για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό αρκετά χαρούμενη και ανυπομονεί για τις αλλαγές που θα φέρει αυτό το φθινόπωρο. Όσο για το επόμενο και όσα ακολουθήσουν, δε μπορεί παρά να ελπίζει μόνο πως τις ευχάριστες αλλαγές θα τις δεχτεί με χαρά και τις δυσάρεστες με δύναμη για να τις αντιμετωπίσει.

*Οι στίχοι είναι απόσπασμα από το ποίημα της Κικής Δημουλά, «Οι αποδημητικές καλημέρες».

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *