Αν του έλεγε κάποιος πως εκείνη η πρόσκληση πριν μερικά χρόνια θα του άλλαζε τη ζωή, θα τον έλεγε τρελό. Ποτέ του, ως τότε τουλάχιστον, δεν πίστευε πως υπήρχαν κάποιες συναντήσεις σταλμένες από τη μοίρα και άνθρωποι που χωρίς να τους ξέρεις γίνονται για σένα τα πάντα.
Πριν τρία χρόνια λοιπόν, ο καλύτερος του φίλος τον είχε καλέσει σε μία παραλία, για να περάσουν την τελευταία νύχτα του Αυγούστου γύρω από τη φωτιά που άναψαν.
«Πας καλά ρε ‘συ που θα πάμε σε παραλία με φωτιά, λες και είμαστε έφηβοι ή φοιτητές;»
«Μια χαρά πάω και εσύ θα έρθεις, άλλωστε πρέπει.»
«Γιατί πρέπει;»
«Γιατί αν θυμάσαι καλά σε μία ανάλογη βραδιά πριν δέκα χρόνια, δώσαμε ραντεβού όλοι οι παλιοί συμμαθητές να συναντηθούμε πάλι για να θυμηθούμε τα παλιά. Ξέχασες τη δική σου ιδέα;»
«Προφανώς ναι.»
«Ε, κάποιοι άλλοι τη θυμήθηκαν και το διοργανώνουν. Λοιπόν τι λες τώρα; Πάει να λείπεις εσύ;»
«Έτσι όπως το θέτεις, όχι. Εντάξει θα έρθω.»
Και έτσι βρέθηκε σε εκείνη την παραλία να τα λέει με τους παλιούς του συμμαθητές. Χάρη βέβαια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τους περισσότερους δεν είχαν χαθεί. Τα λέγανε συχνά και ουσιαστικά. Αλλά εκείνη τη νύχτα είχαν πει να θυμηθούν τα παλιά, τα ωραία και ανέμελα μαθητικά τους χρόνια.
Λίγο αφού έφτασε την προσοχή του τράβηξε μια κοπέλα που ήταν σίγουρος πως δεν ήταν παλιά του συμμαθήτρια. Ρωτώντας, έμαθε πως ήταν λίγο μικρότερή τους και ξαδέρφη ενός συμμαθητή τους, που τη φιλοξενούσε και την έφερε μαζί του. Άλλωστε πολλοί είχαν έρθει με παρέα.
Παρόλο που στην αρχή δεν ήθελε με τίποτα να έρθει, τώρα έπιανε τον εαυτό του να διασκεδάζει και συνειδητοποίησε πως για αυτό ευθυνόταν κυρίως η ωραία, αν και ακόμη άγνωστη σε αυτόν, εκείνη κοπέλα. Πρώτη φορά, μετά από αρκετά χρόνια έπιασε τον εαυτό του να θέλει να γνωρίσει μια γυναίκα. Η αλήθεια είναι πως η τελευταία φορά δεν του βγήκε σε καλό, οπότε είχε αποφασίσει να πάρει για κάποιο διάστημα αποστάσεις από οποιαδήποτε σχέση.
Η ευκαιρία για μια γνωριμία μαζί της, ήρθε λίγο πριν τα μεσάνυχτα, που την είδε να απομακρύνεται και να χαζεύει το μισοφέγγαρο με ματιά γαλήνια.
«Έβαζα στοίχημα πως κάθε γυναίκα χάζευε στη θέα μιας πανσελήνου και όχι ενός μισοφέγγαρου», της είπε πλησιάζοντας τη.
«Τότε οι γυναίκες που συνάντησες ήθελαν πάντα την τελειότητα. Με λένε Νίκη» ήρθε η απάντησή της.
«Κοίτα να δεις σύμπτωση, εμένα με λένε Νίκο!»
«Χάρηκα!» Του απάντησε και ξαναγύρισε στη θέα του φεγγαριού.
«Τι εννοούσες όταν μίλησες για την τελειότητα;»
«Είπες πως πιστεύεις πως κάθε γυναίκα χαζεύει μόνο την πανσέληνο. Η πανσέληνος όμως δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από το φεγγάρι στην ολότητά του. Για να φτάσει όμως εκεί περνάει από διάφορες φάσεις και καθεμία από αυτές έχει τη δική της ομορφιά και μας προσφέρει και μια υπενθύμιση.»
«Υπενθύμιση; Τι θα μπορούσε να σου θυμίσει το φεγγάρι;»
«Πως και οι άνθρωποι είμαστε έτσι.»
«Μισοί;»
«Όχι ακριβώς μισοί, παρόλο που με λένε ρομαντική, ποτέ μου δεν πίστεψα και φυσικά δεν έψαξα το άλλο μου μισό. Αλλά, όπως το φεγγάρι, και εμείς περνάμε φάσεις. Αυτό που μας θυμίζει το φεγγάρι λοιπόν, είναι πως σε όποια φάση και αν είμαστε ακόμη και αν δεν είμαστε τέλειοι δεν παύουμε να είμαστε όμορφοι.»
«Έτσι δεν το είχα σκεφτεί ποτέ, ίσως φταίει βέβαια πως δεν υπήρξα και ιδιαίτερα ρομαντικός.»
«Ο καθένας μπορεί να γίνει ρομαντικός ή ρεαλιστής με το κατάλληλο κίνητρο.»
«Ίσως.»
Λίγο μετά διαλύθηκε η μικρή γιορτή και ο Νίκος γυρνώντας σπίτι του αναπολούσε τη μικρή τους στιχομυθία με ευχαρίστηση. Είχαν ήδη κανονίσει να βρεθούν την επομένη για ένα ποτό. Το ένα ποτό, έγιναν δύο και το πρώτο τους ραντεβού ακολουθήθηκε από ένα δεύτερο αλλά και πολλά ακόμη. Ο πάντα ρεαλιστής Νίκος, έκανε πολλές μικρές ή μεγάλες ρομαντικές εκπλήξεις στο κορίτσι του, σε σημείο που ο κολλητός του, τον πείραζε.
«Πως ήσουν τόσο ρομαντικός ρε φίλε, δε στο είχα.»
«Είμαι τόσο ρομαντικός, όσο μου το βγάζει η Νίκη»
Ανάμεσα στις ρομαντικές του εκπλήξεις ήταν και η πρόταση γάμου που της έκανε.
Την πήγε στην παραλία που γνωρίστηκαν μια νύχτα με μισοφέγγαρο, άναψαν φωτιά και έκαναν ένα μικρό βραδινό πικ νικ.
«Δίπλα σου έμαθα πως δε χρειάζεται να είσαι ολόκληρος για να είσαι τέλειος, πως ακόμη και οι ατέλειες κρύβουν ομορφιά. Το βράδυ που σε γνώρισα μου είπες πως δεν ψάχνεις το άλλο σου μισό. Ούτε εγώ. Ψάχνω όμως έναν ολόκληρο άνθρωπο με τα προτερήματα και τα ελαττώματά του, για να πορευτώ μαζί του. Απόψε στέκομαι εδώ, ολόκληρος μπροστά σου με τα καλά μου και τα κακά μου και σου ζητώ να γίνεις αυτός ο άνθρωπος. Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;»
«Ναι!»
Και σήμερα βρίσκονται στην ίδια παραλία να γιορτάζουν με όσους τους αγαπούν το γάμο τους, υπό το φως ενός μισοφέγγαρου που τους σκεπάζει με αγάπη αλλά και μια μικρή δόση ζήλιας για τη λάμψη τους. Γιατί αυτή προέρχεται από δύο τέλεια ατελείς ολόκληρους ανθρώπους που αγαπάνε ο ένας τον άλλο κυρίως για τις ατέλειες τους.

